Ο David Candaux είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους ανεξάρτητους ωρολογοποιούς, ο οποίος προσεγγίζει την τέχνη του ρολογιού με σεβασμό και ταπεινότητα, αγάπη και γνώση
Διαβάστε στο τεύχος που κυκλοφορεί τη συνέντευξη με έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους της νέας γενιάς ανεξάρτητων ωρολογοποιών.
Ποια ήταν η πρώτη επαφή σας με το ρολόι;
Γεννήθηκα κυριολεκτικά μέσα στον κόσμο της ωρολογοποιίας, μεσούσης της κρίσης του quartz. Στο σπίτι, η μητέρα μου συναρμολογούσε χρονογράφους για την Dubois Dépraz, ενώ ο πατέρας μου εργαζόταν σ’ ένα μικρό εργαστήριο της Patek Philippe στο Le Lieu, όπου έφτιαχνε κατόπιν παραγγελίας πολύπλοκα ρολόγια τσέπης. Οι πρώτες αναμνήσεις είναι οι ήχοι της λίμας, η μυρωδιά της βενζίνης και του αλκοόλ, και η ακρίβεια των κινήσεων των χεριών του σ’ αυτό το μικροσκοπικό εργαστήριο. Το σχολείο μου βρισκόταν ακριβώς απέναντι και υπήρχαν απογεύματα που περίμενα εκεί τον πατέρα μου. Δεν υπήρχε θόρυβος, μόνο εκείνος κι ο συνάδελφός του, ακίνητοι και προσηλωμένοι, σ’ ένα είδος ιερής σιγής. Ως παιδί, δεν καταλάβαινα τι έφτιαχναν, αλλά ήδη ένιωθα τον σεβασμό που είχαν για εκείνα τα μικρά αντικείμενα. Για εμένα, η ωρολογοποιία άρχισε ως συναίσθημα, ένα οικογενειακό δέσιμο, μια σιωπηλή μετάδοση.
Ήταν, λοιπόν, η ενασχόλησή σας με την ωρολογοποιία μονόδρομος;
Κάθε άλλο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η ωρολογοποιία δεν ήταν μια υποσχόμενη καριέρα. Επίσης, δεν ήταν υποχρέωση. Έμοιαζε περισσότερο με φυσικό κάλεσμα. Το να μεγαλώνεις στη Vallée de Joux σημαίνει να ζεις σ’ ένα μέρος όπου ο χρόνος, η φύση και η μηχανική βρίσκονται σε συνεχή διάλογο. Γνώρισα ανθρώπους για τους οποίους το πνεύμα της ωρολογοποιίας της Vallée ήταν τόσο δυνατό, που απλώς δεν γινόταν να ξεθωριάσει: τον Georges Fleury, τον Gabriel Locatelli και τον Philippe Dufour. Νομίζω πως επέλεξα την ωρολογοποιία με τον ίδιο τρόπο που επιλέγει κανείς ένα ορεινό μονοπάτι: από ένστικτο, με ταπεινότητα, και γνωρίζοντας ότι το ταξίδι θα είναι όμορφο και απαιτητικό.

Αρχίσατε τη μαθητεία σας στη Jaeger-LeCoultre, όπου εργαστήκατε για 17 χρόνια. Ποιο είναι το πιο σημαντικό μάθημα που αποκομίσατε από τη θητεία σας στο grande maison;
Το grande maison με διαμόρφωσε τόσο ως άνθρωπο όσο και ως ωρολογοποιό. Διδάχτηκα την πειθαρχία, την ακρίβεια και την υπομονή. Γνώρισα αληθινούς δασκάλους, ιδιαίτερα τον Gabriel Locatelli, που μου μετέδωσαν βασικές αξίες, όπως η ακεραιότητα, ο σεβασμός στην παράδοση, και η υπευθυνότητα σε κάθε κίνηση. Η JLC ήταν το θεμέλιο και η άγκυρά μου, ένα αυθεντικό σχολείο ζωής.
Γιατί αφήσατε την ασφάλεια της Jaeger-LeCoultre;
Επειδή, κάποια στιγμή, αν θέλεις να συνεχίσεις να εξελίσσεσαι, πρέπει να δεχτείς να εκτεθείς. Ένιωθα μέσα μου μια δημιουργικότητα που χρειαζόταν χώρο. Την ίδια στιγμή, το maison άλλαζε και το κεφάλαιο της ζωής μου εκεί πλησίαζε στο τέλος του. Η αποχώρηση ήταν ξαφνική αλλά, για κάποιον σαν εμένα, που απολαμβάνει την ένταση και την ανακάλυψη, έγινε η αρχή μιας νέας περιπέτειας. Η ασφάλεια, άλλωστε, είναι μια ψευδαίσθηση. Για εμένα, η αληθινή αίσθηση ασφάλειας προέρχεται από τη Vallée, από το να συνεχίζω να προχωράω, έστω και αν το μονοπάτι είναι άγνωστο.
Διαβάστε τη συνέχεια στο Chronos Plus που κυκλοφορεί στα περίπτερα.





